Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Παιδεία σε κρίση, σε μία Ελλάδα που πληρώνεις για να έχεις αργό θάνατο

Γράφει ο Σαράντος Καργάκος

Ακούω, ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια, είναι η... εργασία. Ο νέος δεν φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδίστικο σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας, επιδόθηκαν σε μία χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία, μετά τη δικτατορία, εξέθρεψε και διαμόρφωσε μία νέα γενιά «κουλοχέρηδων», παιδιών δηλαδή, που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους, πέρα από τη μούντζα, κλπ., για καμία εργασία, από αυτές πού ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή τάχα, είναι ταπεινωτικές...

Κι’ έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί, ότι στην Ελλάδα υπήρχε πολλή δουλειά, αλλά όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά, τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας, έχουν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «white color worker». Έτσι σήμερα, το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ, ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία «φτερά στον άνεμο», σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν, ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες, που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.

Παρόλο πού γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (ΤΕΛ, ΤΕΙ, ΙΕΚ), οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδας. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και οι περισσότεροι δεν έχουν πιάσει ποτέ κατσαβίδι στο χέρι τους. Δεν ξέρουν, να διορθώσουν μια στοιχειώδη βλάβη στο αυτοκίνητο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι «άχεροι», ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τα τελευταία χρόνια, με τη «μανία των PC» ξέχασαν να γράφουν και να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι, αλλά ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμιά δεξιότητα, εκτός από τη ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί το νέο εσωτερικά, αλλά τον «πετρώνει» δημιουργικά, σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσουμε, τους στερεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει, πώς να σκέπτονται, αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύκα, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλάξ, πού καταπίνει σελίδες σαν χάπια και θεωρεί ως σωστό, ό,τι γράφει το σχολικό βιβλίο. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.

Και χαρακτηρίζεται ως αισχρό, διότι πρωτίστως, το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι πνευματικό ευαγγέλιο, ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί στα παιδιά την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Που πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή. Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήταν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου, και μάλιστα, σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα, απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ν’ αντιστοιχούν σε τέτοια προσόντα είναι ελάχιστες πλέον. Σήμερα, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας, πέραν από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές, απ’ όπου αποφοιτούν πάνω από 300 πτυχιούχοι το χρόνο. Πού θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο, από το Δημοτικό, καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελντοράντο, όπως έγινε Ελντοράντο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βούλγαρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγύπτιους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς. Σήμερα, όλοι αυτοί είναι η εργατική τάξη και αύριο, σε μεγάλο βαθμό, η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Και οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, κλπ., θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία, που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα, «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεων να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά.

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος άχρηστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά, να μην κάνουν τίποτε! Ούτε να βρίσουν! Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη μοναδική λέξη… που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά! Είναι θλιβερή η εικόνα πού παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει και αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους, μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά πού λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν, την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί, ακόμα στο Δημοτικό, μαθαίναμε απ' έξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε, για να γίνουμε πολεμοχαρείς, αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στη μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβονται πίσω από τη σκιά τους.

Σήμερα, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων, που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν... Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας, στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτή που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθαμενοδάνεια».

Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κώνειου, που χρειαζόταν για ν’ «απέλθει», ότι στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα...

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου