Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Αλφαβητάρι των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων

Το παρόν κείμενο επιχειρεί να προσφέρει στο μέσο αναγνώστη μια εξαιρετικά συνοπτική εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των διμερών προβλημάτων.

Αβλαβής διέλευση
Σύµφωνα µε το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, «δικαίωµα αβλαβούς διελεύσεως, ήτοι της ναυσιπλοϊας διά της χωρικής θαλάσσης ενός παρακτίου κράτους µε σκοπό απλής, αδιακόπου και άνευ παρεκκλίσεων διελεύσεως, -εφόσον η διέλευση αυτή δεν προκαλεί κινδύνους διά την ειρήνη, την ασφάλεια και την έννοµη τάξη του παρακτίου κράτους, απολαύουν άπαντα τα πλοία, όλων των κρατών. Τα υποβρύχια υποχρεούνται κατά την άσκηση του δικαιώµατος τούτου να πλέουν εν επιφανεία και να δεικνύουν την σηµαία τους. Το δικαίωµα της αβλαβούς διελεύσεως δεν επεκτείνεται στην υπέρπτηση των αεροσκαφών διά µέσου του εθνικού εναερίου χώρου.»

Αιγιαλίτιδα ζώνη (Χωρικά ύδατα)
Στο Αιγαίο και οι δύο πλευρές έχουν χωρικά ύδατα 6 µιλίων. Στη Μαύρη Θάλασσα και στη ακτή της κατά µήκος της Μεσογείου η Τουρκία έχει εφαρµόσει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.µ. Σύµφωνα µε το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, εθιµικό και συµβατικό (και όπως αποτυπώνεται από τη νέα Σύµβαση του 1982, άρθρο 3), η Ελλάδα έχει το δικαίωµα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.µ. Με απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (1995), τυχόν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων θα αποτελέσει αιτία πολέµου (Casus belli).
Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι ανησυχεί για το ενδεχόµενο «στραγγαλισµού» της από τη µετατροπή του Αιγαίου σε «ελληνική λίµνη», αφού η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης σε 12 ν.µ. θα αύξανε τα ελληνικά χωρικά ύδατα από 43,5% σε 71%, ενώ της Τουρκίας από 7,5% σε µόλις 8,8% του Αιγαίου. Είναι γεγονός ότι τυχόν επέκταση θα είχε σηµαντικές συνέπειες και για το εύρος των διεθνών υδάτων, αλλά και για θαλάσσια περάσµατα που χρησιµοποιούνται από τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Για το λόγο αυτό, η Ελλάδα τονίζει ιδιαίτερα το δικαίωµα αβλαβούς διέλευσης εµπορικών και πολεµικών πλοίων.

Αµοιβαία µείωση αµυντικών δαπανών
Προφανώς η πρόταση θα ακουγόταν εξαιρετικά ελκυστική για την Ελλάδα, ακόµη και αν δεν υπήρχε η οικονοµική κρίση. Βεβαίως, οι υψηλές αµυντικές δαπάνες -ιδιαίτερα για την ελληνική πλευρά που έχει µια µονοδιάστατη αντίληψη εξωτερικής απειλής-είναι το σύµπτωµα. Το πρόβληµα είναι οι διµερείς διαφορές µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και οι διεκδικήσεις της ‘Αγκυρας στο Αιγαίο.
Οσον αφορά στην αµοιβαία µείωση των αµυντικών δαπανών, υπάρχουν µια σειρά από τεχνικού χαρακτήρα δυσκολίες, όπως η ανάγκη αξιόπιστου µηχανισµού επαλήθευσης και οι σηµαντικές διαφορές στο καθαρό ύψος των αµυντικών δαπανών και το στάδιο υλοποίησης εξοπλιστικών προγραµµάτων (και ανειληµµένων υποχρεώσεων) των δύο χωρών. Υπάρχει, όµως, και ένα πολιτικό ζήτηµα: η µείωση των αµυντικών δαπανών εκτός από οικονοµικά, θα έχει και πολιτικά οφέλη για τον κ. Ερντογάν στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης µε τους Στρατηγούς. ‘Εχει όµως την ικανότητα να επιβάλλει µια τέτοια απόφαση (ή έστω µια λιγότερο συγκρουσιακή συµπεριφορά στο Αιγαίο);

Αποκλειστική Οικονοµική Ζώνη (ΑΟΖ)
Θαλάσσια περιοχή εύρους έως και 200 ν.µ. από την ακτή, στην οποία το παράκτιο κράτος έχει δικαιώµατα εκµετάλλευσης θαλάσσιων φυσικών πόρων. Η Ελλάδα δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ.

«Γκρίζες ζώνες»
Μετά την κρίση των Ιµίων (1996), όπου η Τουρκία αµφισβήτησε την κυριαρχία της Ελλάδος επί των δύο νησίδων ανατολικά της Καλύµνου, ο εκπρόσωπος του τουρκικού Υπουργείου των Εξωτερικών ανέφερε ότι το πρόβληµα των Ιµίων επεκτεινόταν σε µία πλειάδα άλλων νησιών παρόµοιου µεγέθους το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οποίων ήταν αδιευκρίνιστο. Έκτοτε η τουρκική πλευρά εµµένει στη θέση ότι στο Αιγαίο υπάρχουν γκρίζες ζώνες κυριαρχίας που περιλαµβάνουν τουλάχιστον 100 µικρά σε έκταση νησιά, µερικά εκ των οποίων είναι κατοικηµένα (όπως το Αγαθονήσι και το Φαρµακονήσι). Το καθεστώς των νησιών αυτών είναι, σύµφωνα µε την Άγκυρα, αµφισβητούµενο και πρέπει να καθοριστεί µέσω διαπραγµατεύσεων.
Πρέπει να σηµειωθεί ότι βάσει του άρθρου 12 της συνθήκης της Λωζάνης η τουρκική κυριαρχία περιορίζεται ρητώς στις µικρασιατικές ακτές και στα νησάκια που βρίσκονται µέχρι τρία µίλια από τις τουρκικές ακτές. Επίσης, σύµφωνα µε το άρθρο 15 της ίδιας Συνθήκης «Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώµατος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθµουµένων νήσων, τουτέστι της Αστυπαλαίας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύµνου, Λέρου, Πάτµου, Λειψούς, Σύµης και Κω, των κατεχοµένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωµένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου». Με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 τα νησιά αυτά παραχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα.

∆εκαετία 1930
Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεµο του 1919-22 και τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, στόχο του Βενιζέλου αποτελούσε η διασφάλιση ενός κλίµατος ύφεσης κυρίως µε τα όµορα κράτη που θα επέτρεπαν στη χώρα να επιδοθεί ανεπηρέαστα σε ένα µακροπρόθεσµο αναπτυξιακό έργο, κάτι απαραίτητο µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εισροή µεγάλου αριθµού προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Πρώτος σταθµός της διπλωµατικής δραστηριότητας του Βενιζέλου ήταν η Ιταλία. Στη συνέχεια, η Ελληνοτουρκική Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητος, ∆ιαλλαγής και ∆ιαιτησίας και το Πρωτόκολλο Περιορισµού των Ναυτικών Εξοπλισµών υπεγράφησαν στην Άγκυρα στις 30 Οκτωβρίου 1930. Στις 14 Σεπτεµβρίου 1933 υπογράφηκε το Σύµφωνο της Άγκυρας (Σύµφωνο Εγκάρδιας Συνεννόησης). Οι δύο χώρες ανελάµβαναν την εγγύηση του «κοινού των συνόρων», καθώς και την υποχρέωση να συνεννοούνται για διεθνή ζητήµατα που τις αφορούσαν.

∆ιεθνές ∆ικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice)
Το δικαστικό όργανο του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών. Το ∆ιεθνές ∆ικαστήριο συγκροτείται από 15 δικαστές που εκλέγονται για 9 έτη από το Συµβούλιο Ασφαλείας και τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Οι δικαστές προέρχονται από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη και εκλέγονται για 9 έτη µε βάση τα προσόντα τους. ∆εν επιτρέπεται να συµµετέχουν δύο δικαστές της ίδιας υπηκοότητας. Για να εκδικαστεί ένα θέµα από το διεθνές δικαστήριο πρέπει όλα τα ενδιαφερόµενα κράτη να συµφωνούν για την παραποµπή
της διαφοράς τους σ’ αυτό. Οι εκδιδόµενες αποφάσεις λαµβάνονται µυστικά και κατά πλειοψηφία και είναι υποχρεωτικές, ενώ αντίθετα οι γνωµοδοτήσεις δεν έχουν δεσµευτικό χαρακτήρα. Όλες οι χώρες που έχουν συνυπογράψει το καταστατικό του ∆ικαστηρίου µπορούν να παραπέµψουν σε αυτό οποιαδήποτε υπόθεση. Μπορούν επίσης και να προσφύγουν και χώρες που δεν έχουν προσυπογράψει το καταστατικό σύµφωνα πάντα µε τους όρους που καθορίζει το Συµβούλιο Ασφαλείας. Η Ελλάδα έχει αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του ∆ικαστηρίου, εκτός από θέµατα εθνικής ασφάλειας, ενώ η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία. Το ∆ικαστήριο δικάζει µε βάση το διεθνές δίκαιο αν και είναι γεγονός ότι και πολιτικά κριτήρια λαµβάνονται υπ’ όψιν. Στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας εκτιµάται ότι η απόφαση δεν θα δικαιώνει σε απόλυτο βαθµό την ελληνική πλευρά.

∆ιερευνητικές συνοµιλίες
Από το 2002 οι δύο χώρες έχουν πραγµατοποιήσει 44 συναντήσεις µεταξύ αξιωµατούχων των Υπουργείων Εξωτερικών µε στόχο τη διερεύνηση των θέσεων των δύο πλευρών ως προς ενδεχόµενη προσφυγή στη Χάγη για την επίλυση των ελληνοτουρκικών προβληµάτων. Εικάζεται ότι είχε σηµειωθεί σύγκλιση απόψεων σε ορισµένα ζητήµατα και ότι είχε συζητηθεί το ενδεχόµενο επιλεκτικών διαφοροποιήσεων των ορίων της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Ελληνοτουρκική προσέγγιση («∆ιπλωµατία των Σεισµών»)
Η ελληνοτουρκική προσέγγιση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1999, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν φθάσει στο ναδίρ τους κατόπιν διαδοχικών κρίσεων (Ίµια, S¬300, υπόθεση Οτζαλάν) και διευκολύνθηκε σηµαντικά από την αντίδραση της ελληνικής και τουρκικής κοινής γνώµης µετά τους σεισµούς σε Κων/πολη (Αύγουστος) και Αθήνα (Σεπτέµβριος), οδήγησε στη «συµφωνία του Ελσίνκι» (∆εκέµβριος 1999), την υπογραφή αρκετών διµερών συµφωνιών, καθώς και Μέτρων Οικοδόµησης Εµπιστοσύνης και σε βελτίωση του κλίµατος και µείωση της έντασης ανάµεσα στις δύο χώρες. Ωστόσο, δεν έχει σηµειωθεί ουσιαστική πρόοδος στα λεγόµενα ζητήµατα «υψηλής πολιτικής» (ζητήµατα Αιγαίου).

Εθνικός Εναέριος Χώρος (ΕΑΧ)
Με Προεδρικό ∆ιάταγµα του 1931 η Ελλάδα όρισε το εύρος του εναέριου χώρου της στα 10 ναυτικά µίλια. Η Τουρκία άρχισε να αµφισβητεί, µέσω δηλώσεων και πτήσεων µαχητικών αεροσκαφών, το εύρος του ΕΑΧ µετά την εισβολή του 1974 στην Κύπρο, ισχυριζόµενη ότι η επέκταση του ελληνικού εναερίου χώρου στη ζώνη µεταξύ 6 και 10 µιλίων είναι παράνοµη διότι σύµφωνα µε το διεθνές δίκαιο (Σύµβαση Σικάγου), ο εθνικός εναέριος χώρος ταυτίζεται µε το έδαφος και την αιγιαλίτιδα ζώνη. Η Ελλάδα ισχυρίζεται ότι το διεθνώς γνωστό ως «Ελληνικό Παράδοξο» έχει εθιµική ισχύ αφού για 40 χρόνια η Τουρκία δεν το αµφισβήτησε. Το ζήτηµα δεν αποτελεί, πάντως, το ισχυρότερο ελληνικό νοµικό «χαρτί».

Επιχειρησιακός έλεγχος Αιγαίου
Μετά την αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974 η επίπεδο, η Τουρκία αµφισβήτησε την ευθύνη της Ελλάδας για τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου µε σειρά ενεργειών της. Το ζήτηµα διευθετήθηκε εν µέρει µε την επανένταξη της
Ελλάδας το 1980. Η Τουρκία εξακολουθούσε να θέτει θέµα επιχειρησιακών ορίων, ενώ σε δύο ακόµη περιπτώσεις το 1992 (Νέα ∆οµή ∆ιοίκησης) και το 2000 (Σχέδιο οριοθέτησης περιοχών εναέριας αστυνόµευσης) προσπάθησε να θέσει νέα δεδοµένα. ∆ιαφωνίες και περιοδικές τριβές παραµένουν και µε τη σηµερινή δοµή διοίκησης του ΝΑΤΟ.

Έρευνα και ∆ιάσωση (Search & Rescue/SAR)
Η έρευνα και διάσωση για αεροπορικά ατυχήµατα διέπεται για τα ναυτικά ατυχήµατα από τη διεθνή Σύµβαση του Αµβούργου του 1979 για την θαλάσσια έρευνα και διάσωση ενώ για τα αεροπορικά από τις σχετικές συµφωνίες που έχουν γίνει στο πλαίσιο του Οργανισµού ∆ιεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας (ΙCAO). Σύµφωνα µε την Περιφερειακή Συµφωνία Αεροναυτιλίας του 1952 οι περιοχές ευθύνης κρατών για αεροπορικά δυστηχήµατα είναι αντίστοιχες µε τα FIR. Εάν συµβεί κάποιο αεροπορικό δυστύχηµα και το αεροπλάνο καταπέσει στη θάλασσα, εφαρµόζονται οι σχετικές διατάξεις περί έρευνας και διασώσεως του ICAO. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ναυτικών ατυχηµάτων η σύµβαση του Αµβούργου προβλέπει ότι όπου υπάρχει ανοιχτή θάλασσα θα πρέπει να υπάρχει συµφωνία µεταξύ των παρακτίων κρατών.
Η Ελλάδα από το 1944 συντονίζει τις επιχειρήσεις έρευνας και διασώσεως σε όλες τις περιοχές που υπάρχουν ανοιχτές θάλασσες στο Αιγαίο. Η ζώνη έρευνας και διασώσεως συµπίπτει µε τη ζώνη του FIR. Συµφωνία µεταξύ των δύο κρατών δεν έχει υπάρξει διότι η Τουρκία προσπαθεί να εξοµοιώσει τα αεροπορικά µε τα ναυτικά ατυχήµατα και κατ’ επέκταση να αµφισβητήσει τα όρια του FIR Αθηνών.

Ευρω-τουρκικές σχέσεις
Μετά από αποτυχηµένες (επισήµως λόγω του ελληνικού βέτο) προσπάθειες πολλών ετών, η Τουρκία ξεκίνησε το 2005 ενταξιακές διαπραγµατεύσεις µε την ΕΕ. Από τα 35 «κεφάλαια» που αποτελούν το ευρωπαϊκό κεκτηµένο (σε θέµατα όπως ενέργεια, ανθρώπινα δικαιώµατα, απασχόληση, µεταφορές, δικαστικό σύστηµα, περιβάλλον, κλπ.), έχει κλείσει µόνο ένα (έρευνα και τεχνολογία), ενώ άλλα 8 κεφάλαια έχουν µπλοκαριστεί από το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο λόγω της µη-τήρησης των σχετικών υποχρεώσεων από την Τουρκία σχετικά µε το άνοιγµα των τουρκικών λιµένων και αεροδροµίων σε κυπριακά πλοία και αεροπλάνα και άλλα 5 από τη Γαλλία (κεφάλαια που έχουν σχέση µε την πλήρη ένταξη της υποψήφιας χώρας).
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες βλέπουν µε σκεπτικισµό το ενδεχόµενο ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Ακόµη και αν ξεπεραστούν τα διάφορα προβλήµατα (και τα σχετικά δηµοψηφίσµατα σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αυστρία δεν είναι αρνητικά), δεν προβλέπεται ένταξη της Τουρκίας πριν από τουλάχιστον 10 χρόνια. Η Ελλάδα υποστηρίζει την τουρκική ένταξη διότι απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η οµαλοποίηση των σχέσεων της Αγκυρας µε την Ελλάδα και την Κύπρο και διότι θεωρεί ότι µια «ευρωπαϊκή» Τουρκία θα αποτελέσει έναν καλύτερο γείτονα. Αυτή τη στιγµή πάντως, ως πιθανότερο σενάριο θεωρείται µια «ειδική σχέση» της Τουρκίας µε την ΕΕ και όχι η πλήρης ένταξη.

Κυπριακό πρόβληµα
Αν και τυπικά δεν αποτελεί διµερές ζήτηµα, το Κυπριακό έχει παίξει σηµαντικό ρόλο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο πρέσβης ε.τ. Βύρων Θεοδωρόπουλος εκτιµά ότι όλες οι διαφορές οι σχετικές µε το Αιγαίο είτε εφευρέθηκαν είτε διογκώθηκαν από την Άγκυρα που κακώς υπολόγιζε ότι θα µπορούσαν να χρησιµεύσουν ως αντίβαρο στα θέµατα της Κύπρου.
Η Ελλάδα αποτελεί, µαζί µε την Τουρκία και τη Βρετανία, εγγυήτρια δύναµη και έχει αναπτύξει στρατιωτική δύναµη στην Κύπρο (Ελληνική ∆ύναµη Κύπρου/ΕΛ∆ΥΚ). ∆ύσκολα µπορεί να φανταστεί κανείς πλήρης οµαλοποίηση των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας χωρίς πρότερη επίλυση του Κυπριακού προβλήµατος.
Το 2004 υπεβλήθη από τα Ηνωµένα Έθνη (κατόπιν διαπραγµατεύσεων µεταξύ των εµπλεκοµένων µερών) ένα σχέδιο για την επίλυση του Κυπριακού (Σχέδιο Ανάν). Στο δηµοψήφισµα που διεξήχθη, η τουρκοκυπριακή πλευρά ψήφισε υπέρ σε ποσοστό 65%, ενώ οι Ελληνοκύπριοι το καταψήφισαν σε ποσοστό 76%. Έχουν γίνει πολλές (και έντονες) συζητήσεις σχετικά µε τις αδυναµίες του Σχεδίου Ανάν και οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να αµφισβητούν τη λειτουργικότητα και βιωσιµότητά του. Τον τελευταίο χρόνο διεξήχθησαν διακοινοτικές συνοµιλίες για την επίλυση του Κυπριακού. Μετά την εκλογή, όµως, του σκληροπυρηνικού κ. Ντερβίς ‘Ερογλου στα Κατεχόµενα, εκτιµάται ότι οι διακοινοτικές συνοµιλίες θα δώσουν τη θέση τους σε µια διεθνή διάσκεψη

Μειονότητες
Η Τουρκία συστηµατικά παραβίασε τις υποχρεώσεις που της επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάνης σε θέµατα µειονοτήτων. Στην τραγική τύχη της µειονότητας της Κων/πολης αναφερόµαστε παρακάτω στο λήµµα περί Σεπτεµβριανών. Η δηµιουργία ανοικτής αγροτικής φυλακής στην Ίµβρο το 1964 και οι απαλλοτριώσεις των πλέον έφορων τµηµάτων του νησιού, συνέβαλλαν σηµαντικά στην αποψίλωση της εκεί ελληνικής µειονότητας, ενώ παλαιότερο πλήγµα κατά των Ελλήνων της Τουρκίας αποτέλεσε ο φόρος Βαρλίκ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Επίσης, ασκήθηκαν σηµαντικές πιέσεις σε βάρος του Πατριαρχείου, µε αποκορύφωµα το κλείσιµο (το 1971) της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία τροφοδοτούσε το Πατριαρχείο µε τους κατάλληλα εκπαιδευµένους ιερείς. Τέλος, εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρό πρόβληµα µε την τύχη των ελληνικών περιουσιών της Κων/πολης, για ορισµένες από τις οποίες έχει γίνει προσφυγή των δικαιούχων στο Συµβούλιο της Ευρώπης.
Όσο για τη µουσουλµανική µειονότητα της ∆υτικής Θράκης, το 1923 αριθµούσε 86.000 άτοµα, ενώ σήµερα φθάνει τα 105.000 (περίπου το 50% Τουρκογενείς, 30-35% Ποµάκοι και 15-20% Αθίγγανοι). Η Τουρκία κατηγορεί την Ελλάδα α) για το Άρθρο 19 (του 1955, το οποίο καταργήθηκε το 1998, χωρίς, όµως, αναδροµική ισχύ), που προέβλεπε την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από όσους αλλογενείς Έλληνες υπηκόους εγκατέλειπαν τη χώρα µε πρόθεση να µην επιστρέψουν, β) για το ότι ο διορισµός των µουφτήδων και της διοίκησης των βακουφίων γίνεται από το ελληνικό κράτος, αντί της επιλογής τους από τη µειονότητα και γ) γενικότερα για την επιβολή διακρίσεων διοικητικού χαρακτήρα σε βάρος της µειονότητας µε σκοπό την εκδίωξή της. Μετά το 1991 ακολουθείται εκ µέρους του ελληνικού κράτους πολιτική ισονοµίας και ισοπολιτείας και έχουν ληφθεί σηµαντικά µέτρα για την ένταξη της µουσουλµανικής µειονότητας στην ελληνική κοινωνία. Η κατάσταση έχει σαφώς βελτιωθεί, παρά τη µη-εποικοδοµητική στάση του Τουρκικού προξενείου.

Παραβάσεις (διεθνών κανονισµών)
Είσοδος τουρκικών µαχητικών αεροσκαφών στην Περιοχή Πληροφόρησης Πτήσεων (FIR) Αθηνών χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τήρηση των σχετικών κανονισµών. Έχουν γίνει προσπάθειες, µε νατοϊκή διαµεσολάβηση, για επίλυση του προβλήµατος των παραβάσεων µε την παροχή ορισµένων πληροφοριών πτήσεων από τα τουρκικές προς τις ελληνικές αρχές, που έφθασαν κοντά σε συµφωνία.
Παραβιάσεις (εθνικού εναέριου χώρου)
Είσοδος τουρκικών µαχητικών αεροσκαφών στον εθνικό εναέριο χώρο της Ελλάδας (συνήθως στο χωρικό διάστηµα ανάµεσα στα 6 και 10 ν.µ.). Κάθε χρόνο λαµβάνουν χώρα εκατοντάδες παραβάσεις και παραβιάσεις. Σε περιπτώσεις παραβάσεων ή παραβιάσεων, τα τουρκικά µαχητικά αεροσκάφη αναγνωρίζονται και αναχαιτίζονται από αντίστοιχα ελληνικά. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι αναχαιτίσεις µετατρέπονται σε εµπλοκές και αεροµαχίες, που ενίοτε καταλήγουν στην πτώση αεροσκαφών και το θάνατο πιλότων

Πολιτική µηδενικών προβληµάτων µε τις γειτονικές χώρες
Υπό την καθοδήγηση του συµβούλου του πρωθυπουργού Ερντογάν και του προέδρου Γκιούλ, και νυν υπουργού Εξωτερικών Αχµέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία έχει αποδυθεί τα τελευταία χρόνια σε µια µεθοδική προσπάθεια να εξελιχθεί σε αποδεκτό διαµεσολαβητή σε µια σειρά περιφερειακών συγκρούσεων και να αναβαθµίσει το ρόλο της στο µουσουλµανικό κόσµο, αλλά και στο διεθνές σύστηµα γενικότερα. Η Άγκυρα αποπειράται την οικοδόµηση της εξωτερικής της πολιτικής κατά µήκος εναλλακτικών στρατηγικών αξόνων («στρατηγικό βάθος») και όχι µόνο του δυτικού άξονα. Στο πλαίσιο της «πολιτικής µηδενικών προβληµάτων», η Τουρκία έχει αποδυθεί τα τελευταία 2-3 χρόνια σε µια προσπάθεια οµαλοποίησης των σχέσεων µε γειτονικές χώρες. Η προσπάθεια ήταν λιγότερο ή περισσότερο επιτυχηµένη µε τη Συρία, το Ιράν και το Ιράκ, µε την Αρµενία υπήρξε πρόοδος αλλά η διαδικασία έχει παγώσει, ενώ µε την Ελλάδα και την Κύπρο δεν υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές

Πρωτόκολλο Παπούλια-Γιλµάζ (Μέτρα Οικοδόµησης Εµπιστοσύνης)
Στο πλαίσιο της βραχύβιας ελληνοτουρκικής ύφεσης επί εποχής Νταβός, υπογράφηκε από τους τότε Υπουργούς Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια και Μεσούτ Γιλµάζ ένα πρωτόκολλο µέτρων οικοδόµησης εµπιστοσύνης το οποίο προέβλεπε µεταξύ άλλων δίµηνο µορατόριουµ στην πραγµατοποίηση στρατιωτικών ασκήσεων στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Για σηµαντικά χρονικά διαστήµατα το Πρωτόκολλο δεν τηρήθηκε στην πράξη, κυρίως µε τουρκική υπαιτιότητα.
Στην περίοδο µετά το 1999, συµφωνήθηκαν µια σειρά µέτρων οικοδόµησης εµπιστοσύνης, όπως θερινό µορατόριουµ τετράµηνης διάρκειας στις στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο, ανταλλαγή επισκέψεων σε επίπεδο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων και Στρατιωτικών Σχολών, θερµή γραµµή επικοινωνίας σε περίπτωση εκτάκτων περιστατικών, συνεργασία σε ειρηνευτικές αποστολές και φυσικές καταστροφές, κλπ.

Σεπτεµβριανά
Την 6η Σεπτεµβρίου 1955, λόγω των διεθνών διεργασιών για το Κυπριακό και µε αφορµή µια βόµβα που ένας Τούρκος πράκτορας τοποθέτησε στο σπίτι που γεννήθηκε ο Κεµάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, ένας τουρκικός όχλος, µε την ανοχή των τουρκικών αρχών, όπως αποδείχθηκε το 1960 κατά τη δίκη του τότε πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, βιαιοπράγησε σε βάρος του ελληνικού πληθυσµού της Κων/πολης (µε αριθµό δολοφονιών, βιασµών και ξυλοδαρµών) και λεηλάτησε ελληνικά σπίτια, καταστήµατα, σχολεία και νεκροταφεία.
Τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν το πρώτο µεγάλο πλήγµα κατά του ελληνισµού της
Κων/πολης. Το 1964 οι περισσότεροι από τους εναποµείναντες Ρωµιούς της Πόλης απελάθηκαν ή υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Από τους 100.000 Έλληνες κατοίκους της Πόλης το 1923, σήµερα αποµένουν λιγότεροι από 3.500 (συµπεριλαµβανοµένων και των µικτών γάµων), ενώ από τους 8.200 κατοίκους της Ίµβρου και της Τενέδου παραµένουν ελάχιστοι ηλικιωµένοι.

Στρατιωτικοποίηση νήσων Αιγαίου
Η Τουρκία κατηγορεί την Ελλάδα ότι έχει οχυρώσει τη Λήµνο, τη Σαµοθράκη και τα ∆ωδεκάνησα κατά παράβαση των Συνθηκών της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947) που προβλέπουν απόλυτη αποστρατικοποίηση, καθώς και τα νησιά Ικαρία, Σάµος, Μυτιλήνη, Χίο για τα οποία ισχύει καθεστώς µερικής αποστρατικοποίησης. Η Ελλάδα απαντά ότι για µεν τη Λήµνο και Σαµοθράκη, οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης έχουν ακυρωθεί από τη Συνθήκη του Μοντρέ (1936), για δε τα ∆ωδεκάνησα ότι η Τουρκία δεν είναι συµβαλλόµενο µέρος στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων και δεν δικαιούται να αντλεί δικαιώµατα από το κείµενο αυτό.
Γενικότερα πάντως, η Ελλάδα θεωρεί ότι η συγκέντρωση στρατευµάτων και αποβατικών µέσων έναντι των ελληνικών νησιών και οι ανησυχητικές δηλώσεις Τούρκων αξιωµατούχων υποχρεώνουν και νοµιµοποιούν την Ελλάδα να προβεί στην αναγκαία αµυντική προπαρασκευή που θα της επιτρέψει να ασκήσει, εάν παραστεί ανάγκη, το δικαίωµα της νόµιµης άµυνας, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών, και να προστατεύσει τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Τα ελληνικά επιχειρήµατα έχουν σε ένα βαθµό ενδυναµωθεί µετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου στις ΗΠΑ, διότι πολλά κράτη αποδέχονται πλέον το δικαίωµα προπαρασκευής για νόµιµηάµυνα. Να σηµειωθεί, τέλος, ότι η Ελλάδα έχει εξαιρέσει από την υποχρεωτική δικαιοδοσία του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου Χάγης ζητήµατα εθνικής ασφάλειας (έχοντας προφανώς κατά νου το ζήτηµα της αποστρατιωτικοποίησης).

Συµφωνία Ελσίνκι (1999)
Στη συνάντηση κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι (∆εκέµβριος 1999) συµφωνήθηκε ότι η Ελλάδα θα αποσύρει τις αντιρρήσεις της (βέτο) και θα υποστηρίξει τις προσπάθειες της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ, µε δύο ανταλλάγµατα: (α) την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ µε το επόµενο κύµα διεύρυνσης της Ένωσης, ανεξάρτητα αν θα έχει επιλυθεί το Κυπριακό πρόβληµα) (β) εάν διµερείς προσπάθειες επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν στεφθούν από επιτυχία µέχρι το ∆εκέµβριο του 2004, τότε οι δύο χώρες συµφώνησαν να καταφύγουν στο ∆ιεθνές ∆ικαστήριο της Χάγης.

Συµφωνίες Χαµηλής Πολιτικής -Οικονοµικές σχέσεις
Στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που ξεκίνησε από το καλοκαίρι του 1999, έχουν υπογραφεί περίπου 20 διµερείς συµφωνίες σε θέµατα οικονοµικής, πολιτιστικής, τελωνειακής, επιστηµονικής και τεχνολογικής συνεργασίας, προστασίας περιβάλλοντος, καταπολέµηση εγκλήµατος, τουρισµού, λαθροµετανάστευσης (την οποία η τουρκική πλευρά στην πράξη δεν εφάρµοσε), κλπ.
Οι οικονοµικές σχέσεις των δύο πλευρών βελτιώθηκαν σηµαντικά µε το διµερές εµπόριο να φθάνει τα $3,3 δισ. (2008) και τα $2,3 δισ. (λόγω οικονοµικής κρίσης) το 2009, έναντι µόλις $638 εκατ. το 1999, µε τις ελληνικές εξαγωγές να παραµένουν έντονα
ελλειµµατικές. Οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά (πιθανώς γύρω στα $8 δισ.), µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα την εξαγορά σηµαντικού τµήµατος της τουρκικής τράπεζας Finansbank από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (η µεγαλύτερη ελληνική επένδυση εκτός Ελλάδας, ύψους $5,7 δισ.). Τέλος, κατασκευάζεται αγωγός που θα µεταφέρει (αζερικής προέλευσης) φυσικό αέριο από την Τουρκία στην Ιταλία µέσω Ελλάδας (Turkey-Greece-Italy Interconnector).
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν υπεγράφησαν 21 νέες συµφωνίες συνεργασίας σε ένα ευρύ φάσµα τοµέων.

Συνθήκη Λωζάνης (1923)
Αποτελεί τη βασική συνθήκη ρύθµισης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία ανακτούσε την Ανατολική Θράκη, την οποία η Συνθήκη των Σεβρών είχε παραχωρήσει στην Ελλάδα. Επίσης, έπαιρνε και πάλι την περιοχή της Σµύρνης. Η Ελλάδα διατήρησε τα νησιά του Αιγαίου, εκτός από δύο στην είσοδο των ∆αρδανελίων, την Ίµβρο και την Τένεδο, που της είχαν χορηγηθεί µε τη Συνθήκη των Σεβρών. Τέλος, η Άγκυρα αναγνώρισε την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία και των ∆ωδεκανήσων από την Ιταλία. Επίσης, συµφωνήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσµών µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ εξαιρέθηκαν οι Μουσουλµάνοι της ∆υτικής Θράκης και οι Έλληνες που ήταν εγκαταστηµένοι πριν το 1918 στην Κων/πολη

Σχέδιο Βαριοπούλα (Balyoz)
Πρόσφατα η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγόρησε υψηλόβαθµους αξιωµατικούς των Τουρκικών Ενόπλων ∆υνάµεων ότι το 2003 είχαν επεξεργαστεί σχέδια πρόκλησης θερµού επεισοδίου µε την Ελλάδα (ακόµη και µε την κατάρριψη τουρκικού αεροσκάφους από «φίλια πυρά») µε στόχο την αποσταθεροποίηση της Τουρκίας και τελικώς την αποποµπή της κυβέρνησης ΑΚΡ.

Υφαλοκρηπίδα
Βασικό κίνητρο των διεθνών προσπαθειών οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας ήταν η εκµετάλλευση υποθαλάσσιων πλουτοπαραγωγικούς πόρους (κυρίως υδρογονάνθρακες) και αυτό φαίνεται ότι ισχύει και στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας (αν και η ύπαρξη σηµαντικών και οικονοµικά αξιοποιήσιµων κοιτασµάτων υδρογονανθράκων στο Αιγαίο δεν έχει αποδειχθεί µε απόλυτη βεβαιότητα). Η συνεκµετάλλευση υδρογονανθράκων στο Αιγαίο αποτελεί πάγιο στόχο της Άγκυρας.
Η επίσηµη ελληνική θέση είναι ότι η υφαλοκρηπίδα αποτελεί τη µόνη ελληνοτουρκική διαφορά (τα υπόλοιπα προβλήµατα χαρακτηρίζονται ως µονοµερείς τουρκικές διεκδικήσεις). Η ελληνοτουρκική διαφορά για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου χρονολογείται από το Νοέµβριο 1973, όταν δηµοσιεύθηκε στην Τουρκική Εφηµερίδα της Κυβέρνησης απόφαση παραχώρησης στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίων αδειών διεξαγωγής ερευνών σε υποθαλάσσιες περιοχές πλησίον ελληνικών νήσων.
Η Τουρκία θεωρεί ότι: (α) το θεµελιώδες κριτήριο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι η φυσική-γεωλογική συγγένεια του εδάφους της ξηράς µε το έδαφος του βυθού (β) τα νησιά αποτελούν ειδικές περιστάσεις (γ) το Αιγαίο είναι µια ηµίκλειστη θάλασσα που απαιτεί την εφαρµογή ιδιαίτερων, εξαιρετικών κανόνων και (δ) η αρχή που πρέπει να εφαρµοστεί είναι αυτή της ευθυδικίας (equity).
Η Ελλάδα απαντά ότι: (α) τα νησιά δικαιούνται υφαλοκρηπίδα, ακριβώς όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη και (β) η οριοθέτηση πρέπει να γίνει µε τον κανόνα της µέσης γραµµής/γραµµής ίσης απόστασης, που λαµβάνει ως βάση µέτρησης τα νησιωτικά παράλια της Ελλάδας και τα ηπειρωτικά παράλια της Τουρκίας. Θέτει δε δύο θεµελιώδεις προϋποθέσεις για την επίλυση του ζητήµατος: (α) το µη εγκλωβισµό ελληνικών νησιών σε τουρκική υφαλοκρηπίδα και (β) την ανάγκη πολιτικής συνέχειας της ελληνικής επικράτειας. Το πρόβληµα δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι τµήµα των θαλασσίων συνόρων στο Αιγαίο δεν έχει οριοθετηθεί, ενώ όπως αναφέραµε ότι η Ελλάδα δεν έχει αποφασίσει να καθορίσει Αποκλειστική Οικονοµική Ζώνη.
Το πρόβληµα της ελληνικής θέσης περί της υφαλοκρηπίδας ως µοναδικής ελληνοτουρκικής διαφοράς είναι ότι αν οι δύο χώρες συµφωνήσουν να προσφύγουν στο ∆ιεθνές ∆ικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αυτή θα οριοθετηθεί µε βάση το σηµερινό εύρος των χωρικών υδάτων. Άρα, υπάρχει η άποψη ότι και το εύρος των χωρικών υδάτων θα πρέπει να συζητηθεί –µε στόχο µια συµβιβαστική διευθέτηση-και αυτό θα «συµπαρασύρει» και τον εναέριο χώρο.
Οι πρόσφατες εξελίξεις για τα ενεργειακά κοιτάσµατα στην Ανατολική Μεσόγειο, στη θαλάσσια περιοχή γύρω από την Κύπρο, έχουν ασφαλώς έντονο το στοιχείο του déjà vu. Η ιστορία του Αιγαίου επαναλαµβάνεται και στην Κύπρο. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση η πιθανότητα ύπαρξης µεγάλων κοιτασµάτων φαίνεται να είναι υψηλότερη, ενώ στην υπόθεση εµπλέκονται, εκτός από την Κυπριακή ∆ηµοκρατία και την Τουρκία, και άλλες γειτονικές χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος και, ενδεχοµένως, το Ισραήλ.

FIR
Περιοχή Πληροφοριών Πτήσης (Flight Information Region) που θεσπίστηκε από τον Οργανισµό για την Πολιτική Αεροπορία (ICAO) µε σκοπό την παροχή εξυπηρέτησης πληροφοριών πτήσης. Το FIR Αθηνών καλύπτει ολόκληρο τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο και επιπλέον διάσπαρτα τµήµατα του διεθνούς εναερίου χώρου. Σύµφωνα µε τους κανόνες του ICAO και τη διεθνή πρακτική η Ελλάδα απαιτεί, για λόγους ασφάλειας των πολιτικών πτήσεων, όπως όλα τα αεροσκάφη, πολιτικά και στρατιωτικά, υποβάλουν σχέδια πτήσεως πριν από την είσοδό τους στο FIR Αθηνών.
Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι κρατικά αεροσκάφη (στα οποία συµπεριλαµβάνονται και τα στρατιωτικά) δεν είναι υποχρεωµένα να υποβάλλουν σχέδια πτήσης και κατηγορεί την Ελλάδα για προσπάθεια µετατροπής διαχειριστικής αρµοδιότητας σε δικαίωµα κυριαρχίας στον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Προωθεί δε τη διεύρυνση του FIR Istanbul ως το µέσο περίπου του Αιγαίου µε αντίστοιχη συρρίκνωση του FIR Αθηνών.

Δρ. Θάνος Ντόκος
Γενικός Διευθυντής Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής
(ΕΛΙΑΜΕΠ), Διδάσκων (ΠΔ.407, Τμήμα Τουρκικών & Σύγχρονων Ασιατικών
Σπουδών, Παν/μιο Αθηνών)
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου